Ψάθινα καπέλα και ρούμι.
Ξημέρωσε άλλη μια μέρα. Ο ήλιος άρχισε να τρυπώνει μέσα από τα χρωματιστά παντζούρια. Ένα φύλλο πράσινο, ένα φύλλο κίτρινο, ένα μωβ, ένα κόκκινο. Έτσι τα είχε βάψει όταν ξεκίνησε να μένει στο σπιτάκι της. Κι ο εξωτερικός τοίχος, γαλάζιος. Γύρισε μια φορά στο σιδερένιο κρεβάτι που είχε αφήσει η προηγούμενη ένοικος. Άσπρο. Άσπρα και τα σεντόνια, άσπρες κι οι κουρτίνες. Μια κίτρινη καρέκλα κι ένα βάζο με αποξηραμένη λεβάντα, τα υπόλοιπα χρώματα. Είχε κρατήσει το υπνοδωμάτιο απλό. Κάθισε στο κρεβάτι και έτριψε τα μάτια της. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα.
Η κουζίνα ήταν το μοναδικό άλλο δωμάτιο του σπιτιού. Κουζίνα, τραπεζαρία, σαλόνι, καθιστικό, εργαστήριο, ταυτόχρονα. Όλα τα έπιπλα ήταν χρωματιστά. Τα είχε βάψει μόνη της. Η παλιά ένοικος τα είχε αφήσει όλα μουντά και μίζερα. Πήρε κι αυτή πινέλα και χρώματα και τα έβαψε. Άσπρες ήταν μόνο οι κουρτίνες. Έφτιαξε καφέ και κοίταξε τον πολύχρωμο χώρο. Πίσω στην πατρίδα της, δεν είχε κι αυτή χρώματα. Ήταν όλα γκρι. Κι έφυγε μια μέρα για το ταξίδι. "Ο καλύτερος εξωτικός προορισμός" που έλεγε το φυλλάδιο ήταν μια τουριστική κόλαση. Σε μια από τις προγραμματισμένες εκδρομές επισκέφθηκε και ερωτεύτηκε το νησάκι της. Καθαρά, καταγάλανα νερά, λευκή και ψιλή άμμος, χαμογελαστοί κάτοικοι και τόσοι τουρίστες όσοι χρειάζονταν οι κάτοικοι για να τα βγάζουν πέρα.
Της πήρε μια μέρα να πάρει την απόφαση. Έβγαλε λεφτά, έκανε χαρτιά, έτρεξε, έψαξε, και σε ένα μήνα ήταν στο νησάκι της κι έμπαινε στο σπιτάκι της. Στην αρχή δεν είχε ούτε ρεύμα, αλλά με την βοήθεια του γείτονά της, της το σύνδεσαν γρήγορα. Μετά πήρε χρώμα και άρχισε να βάφει τα πάντα. Και μετά ξεκίνησε την δουλειά. Πίσω στο σπίτι είχε κάνει μαθήματα για πλέξιμο καπέλων από φύλλα φοίνικα. Την είχε τραβήξει με το ζόρι η καλύτερη της φίλη, η οποία τα παράτησε στα μισά. Εκείνη όμως τα παρακολούθησε, έτσι απλά, γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Αποξήρανε ότι φύλλα φοίνικα βρήκε τριγύρω και ξεκίνησε το πλέξιμο. Έφτιαξε μερικά καπέλα. Τα πούλησε στους τουρίστες. Με τα λεφτά αγόρασε τα πρώτα της τρόφιμα. Κι αυτή ήταν η ζωή της. Απλή και γεμάτη. Γεμάτη με χρώματα και ψάθινα καπέλα και έρωτα.
Ο έρωτας, που τον έλεγαν Πάμπλο και είχε ξεμείνει κι αυτός εκεί μετά από κάποιο ταξίδι του, ήταν μανάβης στο χωριό. Τώρα δεν την πείραζε που ο σύντροφός της ήταν μανάβης. Πίσω στην πατρίδα δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Τι θα έλεγαν οι φίλοι της; Τελείωσε τον καφέ της, έβαλε το μαγιώ της και βγήκε να κάνει το πρωινό της μπάνιο. "Μπα, όχι σήμερα", σκέφτηκε. Έβαλε ένα φόρεμα, πήγε στο χωριό και χαζολόγησε στο μανάβικο του Πάμπλο, μέχρι το απόγευμα που έκλεισε. Το βραδάκι πήγαν σπίτι της, έφτιαξαν κάτι να φάνε και μετά έκαναν ένα μίνι διαγωνισμό για το ποιος μπορεί να πιει τα περισσότερα σφηνάκια ρούμι. Όταν μέθυσαν για τα καλά, έπεσαν στο κρεβάτι και τους πήρε ο ύπνος αγκαλιά.
Ξημέρωσε άλλη μια μέρα. Ο ήλιος μπήκε άλλη μια φορά από τα παντζούρια. Κοίταξε το κρεβάτι και χαμογέλασε. Σηκώθηκε κι άνοιξε τα παντζούρια. Είδε την απέναντι γκρι πολυκατοικία και μονολόγησε "Καλά τα όνειρα, αλλά κρατάνε λίγο." Το γκρι περιστέρι που καθόταν στο δίπλα μπαλκόνι, της απάντησε με ένα "γούτ!" και πέταξε ξανά στην αστική ζούγκλα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου