Σούπερ-Νόρμαλ-Μαν: Στο φούρνο.

Ο Πάντυ Τσαρλς περίμενε επισκέψεις. Δυο φίλες του από το σχολείο και παλιές γειτόνισσες. Το σπίτι ήταν καθαρό, είχε προλάβει να καθαρίσει. Σκέφτηκε πως λίγο κέικ και μερικά βουτήματα, θα άρεσαν στα κορίτσια. Έψαξε στα ντουλάπια για κανένα ξεχασμένο πακέτο μπισκότα, αλλά αν κάποτε υπήρχε, μάλλον θα το είχαν φάει τώρα τα ποντίκια. Άνοιξε την πόρτα και ξεκίνησε για τον φούρνο.

Στον φούρνο η ουρά έφτανε μέχρι έξω, οπότε το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει. Κι χαζεύοντας τριγύρω, μέχρι να ρθει η σειρά του, βλέπει το κορίτσι από το σινεμά, να πλησιάζει προς τα εκεί. Έστρεψε το βλέμμα του ψηλά και είπε ψιθυριστά, "Ευχαριστώ!", όταν το κορίτσι έκατσε στην ουρά, 2 πελάτες πίσω του. Τον είχε πιάσει αγωνία, κάτι έπρεπε να κάνει, έπρεπε να μάθει το όνομα της! Και η ουρά ξαφνικά μειωνόταν επικίνδυνα!
Γύρισε, την κοίταξε, είδε ότι τον κοίταξε, γύρισε μπροστά και μετά ξαναγύρισε και της έκανε νόημα με το χέρι, "Γεια!". Εκείνη, τον κοίταξε με απορία αρχικά και μετά μάλλον θυμήθηκε ποιος ήταν, γιατί του χαμογέλασε και είπε "Γεια!". Άφησε την σειρά του και πήγε δίπλα της. "Με θυμάσαι;" την ρώτησε, "Από το σινεμά τις προάλλες που κάηκε το φιλμ.".
"Ναι, σε θυμάμαι.", είπε εκείνη και χαμογέλασε. "Μεγάλη ατυχία με το φιλμ, αλλά η αφήγησή σου δεν ήταν άσχημη", συμπλήρωσε. Την ευχαρίστησε, ενώ ταυτόχρονα έλεγε για κεικ σοκολάτα και μισό κιλό βουτήματα. Πλήρωσε και την περίμενε. Εκείνη πήρε ένα ψωμάκι και γύρισε προς τον Πάντυ.
"Χάρηκα που σε είδα πάλι", της είπε. Εκείνη χαμογέλασε και είπε, "Ρίκη". "Ρίκη;", ρώτησε ο Πάντυ.
"Το όνομά μου, Ρίκη. Από το Φρειδερίκη!" είπε και γέλασε. Της έτεινε το χέρι και συστήθηκε κι εκείνος, κάνοντας και μια αστεία υπόκλιση.
"Θα τα πούμε, Πάντυ!", του είπε και έφυγε.


Τι τύχη! Μόλις είχε μάθει το όνομά της, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια! Βέβαια, θα μπορούσε αντί να κάθεται σαν αγγούρι, να πάει λίγο πιο κάτω μαζί της, μήπως μάθει και τίποτα άλλο. Ή μάλλον, όχι, όχι, καλύτερα έτσι, μην τον περάσει και για λιγούρη. Που αν το καλοσκεφτείς, γιατί να τον περάσει για λιγούρη; Αυτή του συστήθηκε πρώτη! Αλλά κι αυτός την ρώτησε αν τον θυμάται. Με τέτοιου είδους σκέψεις έφτασε σπίτι, έβαλε το κεικ και τα βουτήματα σε ένα πιάτο και υποδέχτηκε τις φίλες του. Τα πάντα πήγαιναν πολύ καλά εκείνη την μέρα και αυτό τον ανησυχούσε πολύ.

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου