Λολίτα.

από την ταινία του Adrian Lyne, Lolita (1997)


Μέρος Πρώτο.
1.
Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά της ήβης μου. Άμαρτημά μου εσύ, ψυχή μου. Λο-λι-τα: η ακρούλα της γλώσσας να έρπει τρεις φορές, τρία βήματα στην υπερώα να ραπίσει, τρις, τους κοπτήρες. Λο. Λι. Τα.

Λο, σκέτη Λο, τα πρωινά, ένα σαράντα εφτά και με χαμένη τη μια κάλτσα. Λόλα με το παντελονάκι. Ντόλλυ στο σχολείο. Ντολόρες στο χαρτί, στη διακεκομμένη γραμμούλα. Μα στην αγκαλιά μου πάντοτε Λολίτα. [...]

29.
[...] όμως στις έξι είχε ξυπνήσει για τα καλά, και στις έξι και τέταρτο ήμασταν, από τεχνικής απόψεως, εραστές. Και θα σας πω κάτι πολύ παράξενο: εκείνη με αποπλάνησε.

Μόλις άκουσα το πρώτο πρωινό χασμουρητό της, έλαβα το γοητευτικό προσωπείο του ύπνου. Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. [...] Μα η καλή μου Λο ήταν παιχνιδιάρικο πλάσμα. Ένιωσα το βλέμμα της να με παρατηρεί, κι όταν επιτέλους ξεστόμισε το αξιολάτρευτο πασιχαρές κελάηδισμά της, ήξερα ότι τα μάτια της γελούσαν. Κύλησε στο πλευρό μου, και τα ζεστά καστανά μαλλάκια της άγγιξαν την κλείδα μου. Μιμήθηκα, διόλου πειστικά, ότι ξυπνούσα. Μείναμε ακίνητοι, σιωπηλοί. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά, κι απαλά φιληθήκαμε. Το φιλί της - πανηγυρική αμηχανία - είχε τη μάλλον κωμική επιτήδευση πλαταγισμών και διεισδύσεων που μ' έκαναν να καταλήξω πως είχε προπονηθεί σε τρυφερή ηλικία στα χέρια κάποιας μικρής Σαπφίδος. [...], και σταδιακά η αίσθηση πως ζούσα πλέον σ' έναν ολότελα νέο κι ολότελα τρελό ονειρόκοσμο, όπου όλα επιτρέπονταν, με κυρίευσε, καθώς διαπίστωνα τι μου είχε προτείνει. Της αποκρίθηκα πως δεν γνώριζα τι παιχνίδια έπαιζαν με τον Τσάρλι. "Θες να μου πεις ότι ποτέ δεν - ;" - το πρόσωπο συνεστραμένο από δυσπιστία και φρίκη. [...]
"Θες να μου πεις", επέμεινε, γονατίζοντας πλάι μου τώρα, "ότι δεν το 'κανες ποτέ όταν ήσουν μικρός;"
"Ποτέ", απήντησα, με κάθε ειλικρίνια.
"Οκέϊ", είπε η Λολίτα, "έλα να τα πάρουμε από την αρχή."

Μέρος Δεύτερο.
14.
[...] Και στο μεταξύ η βροχή είχε γίνει ένα φιλήδονο ποτάμι.
"Άκου", είπε, καθώς τσουλούσε αργά με το ποδήλατο στο πλάι μου, το ένα πόδι να σέρνεται στο σκούρο βρεμένο πεζοδρόμιο, "βασικά, πήρα μια απόφαση. Θέλω να παρατήσω το σχολείο. Το σιχάθηκα το σχολείο. Και το έργο το σιχάθηκα. Σοβαρά σου μιλάω! Να μην ξαναπατήσω το πόδι μου. Να βρούμε ένα άλλο σχολείο. Πάμε να φύγουμε, εδώ και τώρα. Να πάμε ένα μεγάλο ταξίδι. Μόνο που
αυτή τη φορά θα πάμε όπου θέλω εγώ, έτσι;"
Έγνεψα ναι. Λολίτα μου.
"Εγώ διαλέγω, σύμφωνοι;" Entendu?" ρώτησε, και ταλαντέυτηκε λίγο στο κατόπι μου. Γαλλικά μιλούσε μόνο όταν ήταν καλό κορίτσι.
"Οκέϊ. Entendu. Αλλά τώρα πάμε, μικρή μου Λενόρ, γιατί θα γίνεις μούσκεμα." (Μια λαίλαπα λυγμών μου πλάκωνε το στήθος).

[...] "Παπί έγινα", ανέκρωξε με στεντόρεια φωνή. "Χαίρεσαι που θα φύγουμε; Στο διάολο και το έργο! Μπορείς να με καταλάβεις;" [...]

Στο κατάφωτο καλωσόρισμα του χολ, η Λολίτα πέταξε το πουλόβερ της, τίναξε τα γεμάτα διαμαντάκια μαλλιά της, άπλωσε δυο γυμνά χέρια προς το μέρος μου, με το ένα γόνατο ανασηκωμένο:
"Θα με πας αγκαλιά στο κρεβάτι; Έχω διάθεση για ρομαντζάδα απόψε." [...]

Η Λολίτα τυχαίνει να είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Διάλεξα λοιπόν (χωρίς να ξέρω τον λόγο που ήθελα να το κάνω), κάποια αποσπάσματα τα οποία μου άρεσαν πολύ. Βέβαια, είναι ακόμα περισσότερα, και για να είμαι ειλικρινής θα μπορούσα να κάτσω να αντιγράψω ολόκληρα κεφάλαια. 


Η Λολίτα δεν είναι ένα απλό βιβλίο, δεν πραγματεύεται ένα απλό θέμα. "Οι συντηρητικοί κύκλοι την καταδίκασαν με βδελυγμία ως έργο διεστραμμένο και πορνογραφικό", διαβάζω στο εσώφυλλο της έκδοσης που έχω. Και πιο πριν, " Έχουμε άραγε να κάνουμε με "έναν πανούργο ενήλικο που διεφθείρει ένα αθώο κοριτσάκι" ή "ένα διαφθαρμένο κοριτσάκι που εκμεταλλεύεται έναν αδύναμο ενήλικο"; Το δίλημμα αυτό εκφράζει μία μόνο από τις πλευρές της υποδοχής που γνώρισε η Λολίτα όταν εκδώθηκε το 1955. Το μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ είναι όλα αυτά αλλά είναι και πολλά άλλα, και πρωτίστως είναι η ιστορία ενός πάθους ανεξέλεγκτου και χωρίς όρια, που κυριεύει έναν σαραντάρη διανοούμενο για ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, το οποίο, με την πρώιμη σεξουαλικότητά του, δώρισε στην ανθρωπότητα τους όρους "Λολίτα" και "νυμφίδιο". Το πάθος αυτό οδηγεί τον ήρωα στις πιο παράλογες ενέργειες και σε σειρά από βασανιστικές περιπέτειες ως την ζοφερή κατάληξη της ιστορίας."

Όταν διάβασα το βιβλίο δεν μπόρεσα παρά να συμπονέσω τον Χάμπερτ για ότι ένιωθε. Δεν είχε σημασία που η Λολίτα ήταν δώδεκα χρονών. Γι' αυτόν ήταν σαν όνειρο, σαν κάτι μοναδικό και μαγικό. Ό,τι ένιωθε για εκείνη, τα νιώθει οποιοσδήποτε άντρας για οποιαδήποτε γυναίκα. Και η Λολίτα, αν και δώδεκα χρονών, ήταν σαν τις γυναίκες που παίζουν με τα συναισθήματα των αντρών και τους καταστρέφουν. Ήταν ένα ανελέητο θηλυκό. Ή μήπως όχι; Το ποια "μεριά" θα υποστηρίξεις είναι αποτέλεσμα του πως θα αντιμετωπίσεις το βιβλίο από την αρχή που θα το ξεκινήσεις. Μα, αν το καλοσκεφτείς και το δεις λογικά, σε κάθε περίπτωση ο Χάμπερτ ήταν ένας παιδόφιλος!

Αυτός είναι ένας λόγος που μου αρέσει αυτό το βιβλίο. Δημιουργεί αντιθέσεις, διλήμματα, δεν μπορείς να έχεις μια ξεκάθαρη γνώμη. Το μόνο που επιβάλλεται να έχεις είναι ανοιχτό, καθαρό και ήρεμο μυαλό για να απολαύσεις αυτό το υπέροχο βιβλιο του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ.

(Αποσπάσματα: Λολίτα, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, μετάφραση Αύγουστος Κορτώ, ειδική έκδοση για την εφημερίδα "Το Βήμα".)

Σχόλια