«Θα ξανάρθει…»


Τον Νοέμβριο το περιοδικό ΜΟΝΙΤΟΡ διοργάνωσε έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό, με θέμα "Ιστορίες Πόλης". Είπα να δοκιμάσω κι εγώ την τύχη μου. Δεν ξέρω ποια θέση ακριβώς πήρα, σίγουρα όμως δεν είμαι στις τρεις πρώτες που θα δημοσιευθούν και θα κερδίσουν συμβολικά δώρα. Πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δεν μπορούσα να το αναρτήσω και για να πω την αλήθεια, δεν ένιωθα και την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να το κάνω. Μετά από απαίτηση του κοινού όμως, το αναρτώ σήμερα και τα likes δικά σας.


Τον έβλεπα κάθε πρωί στην στάση, σκυφτό, σαν να κουβαλούσε στις πλάτες του το βάρος όλου το κόσμου. Πάνω από 35 δεν ήταν. Εκείνος όταν με έβλεπε κουνούσε το κεφάλι σαν να έλεγε καλημέρα, το κουνούσα κι εγώ, καμιά φορά του χαμογελούσα κιόλας. Τόσο καιρό στην ίδια στάση αυτή ήταν όλη μας η επικοινωνία. Θα ήθελα να ρώταγα τι είναι αυτό που τον βαραίνει, που του ρουφά όλη την ενέργεια, αλλά ποτέ δεν τόλμησα. Δεν παίρναμε και το ίδιο λεωφορείο. Τον είχα κάνει έννοια μου όμως, κάθε πρωί είχα την αγωνία αν θα τον δω, να δω ότι είναι στη στάση κι ας μην μπορώ να του πάρω το βάρος από τους ώμους.
Τα Σάββατα τον έβλεπα από το παράθυρό μου να βγαίνει από το φούρνο στη γωνία. Ένα ψωμί και στο άλλο χέρι μια σακούλα από το σούπερ-μάρκετ. Λίγο ψωμί, λίγο τυρί, λίγη ζωή μαύρη και μίζερη. Έτσι μας έχουν κάνει, αλλά εμείς αντέχουμε. Κι εγώ κι αυτός κι άλλοι πολλοί. Μια φορά μάλιστα τον είδα και σε μια πορεία. Χάρηκα που είδα ένα γνωστό πρόσωπο μέσα σε τόσα άγνωστα. Σήκωσα το χέρι μου και φώναξα, «Εεεε…», αλλά το κατέβασα αμέσως γιατί δεν ήξερα το όνομά του να τον φωνάξω. Μετά χαθήκαμε ξανά κι οι δυο μέσα στο πλήθος.
Έτσι περνούσαν οι μέρες κι οι βδομάδες κι ευτυχώς ήρθε ένα πολυπόθητο τριήμερο. Σχόλασα νωρίς και περπάτησα μέχρι τη στάση ευδιάθετη, σκεφτόμενη τις στιγμές που επιτέλους θα περνούσα με τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Το λεωφορείο αργούσε να έρθει και καθώς περίμενα, είδα ένα ζευγαράκι να πλησιάζει. Αυτός ψηλός, στο ένα χέρι έσερνε μια βαλίτσα, με το άλλο την είχε αγκαλιά. Ήταν κοντούλα με μακριά φούξια μαλλιά. Γελούσαν. Παρατήρησα καλύτερα. Ήταν αυτός! Φαινόταν πολύ πιο ψηλός τώρα, χαμογελούσε συνέχεια, χάιδευε τα μαλλιά της κοπέλας του, που κάτι του έλεγε και γελούσαν. Φαίνονταν ευτυχισμένοι. Έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει. Έρωτας. Κινητήριος δύναμη τελικά. Σκέφτηκα κι εκείνο το γκράφιτι. Έρωτας ή τίποτα. Έρωτας, φυσικά! Πήγα σπίτι αισιόδοξη όσο ποτέ.
Δευτέρα βράδυ, τέλος τριημέρου. Ξανά πάλι τα ίδια αύριο. Είχα βγει στο μπαλκόνι και τους είδα. Πάλι έσερναν την βαλίτσα, αυτή τη φορά όμως με ζόρι. Εκείνος προσπαθούσε να χαμογελάσει, εκείνη κοιτούσε αλλού για να μην κλάψει. Ήταν αγκαλιασμένοι. Σταμάτησαν ένα ταξί και μπήκαν μέσα.
Το επόμενο πρωί ήταν πάλι στην στάση, σκυφτός, όπως κάθε μέρα. Είδα το λεωφορείο μου να έρχεται και πριν μπω μέσα τον κοίταξα. «Θα ξανάρθει…» του είπα διστακτικά. «Ναι.» μου απάντησε κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Χαμογέλασα κι εγώ, μπήκα στο λεωφορείο και έτσι ξεκίνησε άλλη μια μέρα στην γκρίζα πόλη.

Σχόλια

  1. Ωραία γράφεις, χωρίς πλάκα dear Molly,μπαίνεις στη λίστα παρακολούθησηης απο σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου