Η ιστορία του Τέλους

‘‘Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες. Δεν πρέπει να είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες...’’. Η σκέψη αυτή τριγύρναγε στη σκέψη της Κλειώς, με χαρακτηριστική εμμονή, προσπαθώντας να δικαιολογήσει στον εαυτό της το τι πήγε στραβά στην, σε γενικές γραμμές, τέλεια ζωή της.

Ήταν πανέμορφη. Και δεν υπήρχε κανείς που να διαφωνεί σε αυτό. Σχετικά ψηλή για γυναίκα, μαύρα μαλλιά με μια απόχρωση περίεργη που τα έκανε λαμπερά, καταγάλανα μάτια που έδιναν επιπλέον ιδιαιτερότητα στο σύνολο και όμορφες στρογγυλές αναλογίες σε ένα καλλίγραμμο σώμα. Είχε σπουδάσει πολιτικές επιστήμες, είχε μια σίγουρη δουλειά σε πολυεθνική και ένα καλό κοινωνικό κύκλο. Παράλληλα, οι αρκετές ερωτικές περιπετειούλες της αποτελούσαν το τελευταίο στοιχείο μιας ύπαρξης που θεωρητικά τα είχε όλα.

‘‘Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες, ακόμα και αν το θέλουν αυτοί που τις γράφουν...’’ είπε αυτή τη φορά λίγο ψιθυριστά. Είχε ένα πρόβλημα. Την έτρωγε καθημερινά. Κάθε φορά που το σκεπτόταν την έπιανε κρύος ιδρώτας. Πριν από τρία χρόνια είχε διαγνωστεί με μια ανίατη ασθένεια. Είχε επιλέξει να το αντιμετωπίσει με θάρρος. Δεν άλλαξε την καθημερινότητα της στο ελάχιστο. Ζούσε σαν να εξίσωνε την αρρώστια της με την πιθανότητα ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έρθει πριν από τα γεράματα με ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Βαθιά μέσα της όμως ήξερε, γνώριζε, έβλεπε...

‘‘Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες. Δεν πρέπει να είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες και δυστυχώς η δική μου είναι από τις πιο δυσάρεστες...’’, ξανασκέφτηκε με ένα παιδικό τρόπο. Καθόταν στη παραλία εδώ και πολλές ώρες. Βρισκόταν σε ταξίδι επιστροφής από μια εξωτερική δουλειά που την είχαν στείλει από το γραφείο. Κουράστηκε και αποφάσισε να κάνει μια στάση. Αγόρασε αναψυκτικό από ένα κοντινό παντοπωλείο για να δροσιστεί και ξάπλωσε στην άμμο, μπας και μπορέσει να αποβάλλει αυτό το άγχος των σκέψεων που την κατέπνιγαν πάλι. Δίπλα της ένα ζευγάρι μάλωνε. Πιο πάνω κάτι παιδιά παίζανε με ένα καροτσάκι που είχαν κλέψει από το παντοπωλείο. Τα κοίταξε μελαγχολικά. Θυμήθηκε την ίδια όταν ήταν μικρή και τη τσούλαγε ο Γιώργος, εκείνο το γειτονόπουλο που νόμιζε ότι θα είναι ο σύζυγός της για πάντα. Το τέλος δεν υπήρχε καν σα σκέψη στο μυαλό της τότε...

‘‘Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες. Δεν πρέπει να είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες... Αλλά για τους πρωταγωνιστές, ποιο το νόημα να υπάρχει ιστορία αν πρόκειται να υπάρξει και τέλος;;;’’, αναρωτήθηκε βλέποντας τα παιδιά μετά από λίγο να φεύγουν αφήνοντας το καροτσάκι πεσμένο κάτω και ακολουθώντας χλευαστικά μια χοντρή κυρία. Λίγο πιο κει, το ζευγάρι έδειχνε να λογομαχεί πιο έντονα. Το κοίταξε σκεπτικά και επικριτικά ως απόρροια της παρατήρησης ότι οι άνθρωποι αναλώνουν την ζωή τους σε ασήμαντα πράγματα.

‘‘Δεν είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες. Δεν πρέπει να είναι όλες οι ιστορίες ευχάριστες... Αλλά και πάλι, τι διαφορά έχει αν μια ιστορία θα διαρκέσει 100 ή 600 σελίδες. Κάποτε θα τελειώσει. Και αυτό ισχύει για όλους...’’. Την ηρέμησε αυτή η σκέψη.

Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες γράψανε ‘‘Περιστατικό πνιγμού στην Άνδρο, μπροστά στα μάτια ασυνείδητου ναυαγοσώστη που μάλωνε με την αρραβωνιαστικιά του. Οι αυτόπτες μάρτυρες μιλάνε για αυτοκτονία.’’.

(του φίλου μου, Dr. D.)

Σχόλια